Twitter Facebook
Home » F1 » Indianapolis 500 – Οκτακόσιες αριστερές στροφές για 33 ήρωες

Indianapolis 500 – Οκτακόσιες αριστερές στροφές για 33 ήρωες

Βρισκόμαστε ήδη στα μισά του μήνα Μαΐου, ενός μήνα άκρως ενδιαφέροντος για τους λάτρεις των μηχανοκίνητων σπορ. Πρόκειται για την χρονική περίοδο που έχει στιγματιστεί από την προετοιμασία και την πραγματοποίηση ενός θρυλικού αγώνα. Στο αφιέρωμα αυτό λοιπόν θα μιλήσουμε για την ιστορική διοργάνωση των 500 μιλίων της Indianapolis, η οποία μετράει πάνω από έναν αιώνα ζωής και έχει αγαπηθεί από εκατομμύρια ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.

Όπως αναφέραμε στο πρόσφατο παρελθόν, στο αφιέρωμα για την ιστορία των αγώνων Grand Prix, η ιδέα της οργανωμένης αναμέτρησης μεταξύ οχημάτων ήταν μια τακτική που επικροτήθηκε από πολλούς ειδήμονες της εποχής. Η τακτική αυτή βρήκε έδαφος κυρίως στον ευρωπαϊκό χώρο και στους ανοιχτούς δημόσιους δρόμους διαφόρων πόλεων, στους οποίους διοργανώθηκαν οι πρώτοι αγώνες ταχύτητας στην ιστορία.

Για να εντοπίσουμε τις απαρχές του ιερού αγωνιστικού προορισμού που ακούει στο όνομα Indianapolis πρέπει να ταξιδέψουμε στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα και, συγκεκριμένα, στο 1905. Ένας Αμερικανός επιχειρηματίας από τον χώρο της αυτοκίνησης, ο Carl Graham Fisher, οραματιζόταν την σχεδίαση και κατασκευή μιας ειδικής διαδρομής που θα προοριζόταν αποκλειστικά για την πραγματοποίηση αγώνων και όχι για την ευρεία χρήση του από το κοινό. Η ιδέα αυτή στόχευε στην προώθηση της αυτοκίνησης μέσω των αγωνιστικών διοργανώσεων στην Αμερικανική επικράτεια.

Ο αρχικός οραματισμός του Fisher έκανε λόγο για μια κλειστή διαδρομή κυκλικού/οβάλ σχήματος που θα είχε μήκος μεταξύ 5 και 8 χιλιομέτρων και θα αποτελούταν από στροφές με ομαλή κλίση. Μια πίστα τέτοιας φύσεως θα έδινε την ευκαιρία στις κατασκευάστριες εταιρείες να δοκιμάσουν τα αυτοκίνητά τους σε υψηλές ταχύτητες, καθώς και στους οδηγούς να αναζητήσουν τα όριά τους μέσω αυτών των συνθηκών.

Το 1907 ο Fisher ταξίδεψε στη Μεγάλη Βρετανία και συγκεκριμένα στην οβάλ πίστα του Brooklands, ώστε να αντλήσει πληροφορίες και επιπρόσθετες ιδέες για το εγχείρημα που σχεδίαζε να πραγματοποιήσει. Ύστερα από την διαδικασία επιλογής της κατάλληλης εδαφικής έκτασης και την συγκέντρωση του κεφαλαίου που χρειαζόταν για την έναρξη των εργασιών, η κατασκευή της πίστας ξεκίνησε τον Μάρτιο του 1909. Ο Fisher  διαφοροποίησε το τελικό του σχέδιο και προχώρησε σε μια διαδρομή μικρότερου μήκους, προκειμένου να υπάρξει χώρος για την δημιουργία εξεδρών όπου θα παρευρίσκονταν οι θεατές. Η πρώτη διαμόρφωση της πίστας στην τελική του μορφή είχε μήκος 4 χιλιομέτρων με 4 αριστερές στροφές μέτριας κλίσης, περιλάμβανε εξέδρες που χωρούσαν 12.000 θεατές ενώ είχαν κατασκευαστεί πολλά κτίρια και γέφυρες, ώστε να διευκολυνθεί η μετακίνηση του κοινού γύρω από τον ευρύτερο χώρο της πίστας.

Ο πρώτος μηχανοκίνητος αγώνας που πραγματοποιήθηκε εκεί  διοργανώθηκε από την Αμερικανική Ομοσπονδία Μοτοσικλετιστών (FAM) και έλαβε χώρα στις 14 Αυγούστου, του 1909. Από εκείνη τη μέρα κι έπειτα πραγματοποιήθηκαν αρκετοί αγώνες ποικίλλων αποστάσεων και παρουσιάστηκαν αρκετοί προβληματισμοί σχετικά με την καταλληλότητα του πέτρινου οδοστρώματος και τα επίπεδα ασφάλειας της πίστας συνολικά. Τα διαρκή γρήγορα περάσματα των αυτοκινήτων οδήγησαν συχνά στην αποκόλληση πετρών από το οδόστρωμα δημιουργώντας λακκούβες, καθώς και στην επικίνδυνη εκσφενδόνισή τους προς το διάβα των οδηγών που ακολουθούσαν. Πολλά ατυχήματα που προκλήθηκαν εξαιτίας αυτών και άλλων παραγόντων έφεραν τον τραυματισμό και θάνατο οδηγών, αλλά και θεατών. Ως εκ τούτου, μέσα στο 1909 πραγματοποιήθηκε μια νέα επίστρωση του οδοστρώματος με την χρήση τούβλων ενώ λήφθηκαν περαιτέρω μέτρα για την προστασία των θεατών, με την αξιοποίηση τσιμεντένιων τοίχων μπροστά από τις εξέδρες.

Μέχρι τα τέλη του 1910 έλαβαν χώρα αγωνιστικές διοργανώσεις διαφόρων μορφών. Από το 1911 η πίστα περιορίστηκε στην πραγματοποίηση μόλις ενός αγώνα ανά χρονιά, λόγω αλλαγής στην προσέγγιση που αφορούσε την προώθηση της νέας πίστας στο ευρύ κοινό. Στις 30 Μαΐου του ίδιου έτους πραγματοποιήθηκε ο πρώτος αγώνας απόστασης 500 μιλίων (200 γύρων) με ένα σύνολο 40 αυτοκινήτων, υπό την παρουσία 80.000 θεατών. Ο ιστορικός παρθενικός αγώνας κερδήθηκε από τον Ray Harroun, ο οποίος τον ολοκλήρωσε σε 6 ώρες και 42 λεπτά με μέση ωριαία ταχύτητα τα 120 km/h. Το αυτοκίνητό του έφερε την καινοτομία του καθρέπτη για το πίσω οπτικό πεδίο·ενώ όλοι οι άλλοι οδηγοί είχαν έναν μηχανικό δίπλα τους που τους έδινε πληροφορίες για το τι γινόταν πίσω τους, ο Harroun αποφάσισε να τρέξει όλο τον αγώνα μόνος τους, έχοντας τοποθετήσει έναν καθρέπτη στο αγωνιστικό του ώστε να βλέπει πίσω του. Είναι η πρώτη φορά στην ιστορία της αυτοκίνησης που χρησιμοποιήθηκε αυτή η «συσκευή» από ένα αυτοκίνητο.

Από εκείνη τη χρονιά κι ύστερα, ο αγώνας των 500 μιλίων της Indianapolis εξελίχθηκε σταδιακά σε μια παραδοσιακή αγωνιστική διοργάνωση που έβλεπε κάθε χρόνο πάμπολλους οδηγούς και εταιρείες να δοκιμάζουν στην τύχη τους, τιθασεύοντας τα αγωνιστικά τους δημιουργήματα σε υψηλές ταχύτητες οι οποίες όλο και αυξάνονταν.

Η διοργάνωση γνώρισε αρκετές περιόδους κρίσης στα πρώτα της χρόνια λόγω συγκυριών που επηρέασαν το παγκόσμιο στερέωμα, όπως ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η παγκόσμια οικονομική κρίση της δεκαετίας του 1930 και ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την διεξαγωγή της διοργάνωσης με πολύ λίγες συμμετοχές, τα χρηματικά έπαθλα των νικητών ήταν σαφώς χαμηλότερα ενώ υπήρξαν και χρονιές που δεν πραγματοποιήθηκε καθόλου ο αγώνας.

Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η πίστα της Indianapolis  είχε βρεθεί σε κατάσταση διάλυσης και σημαντικής φθοράς των κυρίων υποδομών της, σε βαθμό που ο τότε ιδιοκτήτης της, Eddie Rickenbacker, την έθεσε σε καθεστώς πώλησης. Τελικά, στις 14 Νοεμβρίου του 1945 η πίστα αγοράστηκε από τον επιχειρηματία Tony Hulman, ο οποίος προχώρησε σε άμεσες και εκτεταμένες εργασίες ανακαίνισής της ώστε να επιστρέψει εγκαίρως για τον αγώνα του 1946. Τα 500 μίλια για εκείνο το έτος ήταν πλέον γεγονός και είδαν την υψηλότερη έλευση συμμετεχόντων (33), μετά τον αγώνα του 1933 που είδε 42 συμμετοχές. Ο αριθμός 33 διατηρείται ως το μέγιστο όριο συμμετοχών μέχρι και σήμερα, με μόλις τρεις χρονιές να δίνουν εκκίνηση σε λιγότερα αυτοκίνητα.

Η άκρως απότομη αύξηση της δημοφιλίας της διοργάνωσης οδήγησε στην προσθήκη της ως επίσημοGrandPrix  για το νεοσύστατο πρωτάθλημα της Formula  1 του 1950· η συνθήκη αυτή διατηρήθηκε ως το 1960 χωρίς ωστόσο να υπάρχει καμία ουσιαστική σύνδεση μεταξύ των δύο θεσμών, είτε από άποψη κανονισμών στα αυτοκίνητα είτε από άποψη μεικτής συμμετοχής οδηγών στους θεσμούς αυτούς.

Από το 1960 κι έπειτα, η συνολική τεχνολογική πρόοδος οδήγησε σε καινοτόμα αγωνιστικά αυτοκίνητα ενώ οι τελικές ταχύτητες αυξάνονταν κατακόρυφα, κάτι που σαφώς γοήτευε πάρα πολύ τους θεατές αλλά και πολλούς διακεκριμένους οδηγούς, εντός και εκτός Αμερικής. Χαρακτηριστικά θα αναφέρουμε ως παράδειγμα τον θρύλο της Formula 1, τον Jim Clark, ο οποίος κέρδισε τα 500 μίλια του 1965 με την επαναστατική Lotus 38.

Με την πάροδο των χρόνων ο αγώνας άρχισε να παίρνει έναν πιο διεθνή χαρακτήρα, καθώς η λίστα συμμετοχών έβλεπε όλο και περισσότερους μη-Αμερικανούς οδηγούς. Ταυτόχρονα άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους θρύλοι των αγώνων που πέρασαν το αγωνιστικό τους πνεύμα και στους διαδόχους τους, όπως οι οικογένειες Andretti, Unser και Foyt.Επίσης έκαναν την παρουσία τους, έστω και σποραδικά, οι γυναίκες οδηγοί·το 1977, η Janet Guthrie έγραψε ιστορία και έγινε η πρώτη γυναίκα που προκρίθηκε για τον ιστορικό αγώνα. Μέσα στα χρόνια εμφανίστηκαν κι άλλες περιπτώσεις οδηγών του ωραίου φύλου όπως η Sarah Fisher, η Danica Patrick και η Katherine Legge.

Σε ό,τι αφορά τις ταχύτητες, την ομορφιά των μονοθεσίων και τις αντιπαλότητες μεταξύ οδηγών, η διοργάνωση έφτασε στο απόγειό της στις στα μέσα του 1980 και παρέχει υψηλό επίπεδο αγώνων μέχρι και σήμερα. Μέσα σε αυτό το διάστημα, τα 500 μίλια της Indianapolis  μάς έχουν χαρίσει ιστορικές μονομαχίες και τερματισμούς, καθώς και εξωφρενικά ρεκόρ ταχύτητας που παραμένουν ανέπαφα μέχρι και σήμερα·οι επικοί τελευταίοι γύροι για τους αγώνες του 1982, 1989, 1992, 2006 και 2011, καθώς καιτα ρεκόρ μέσης ωριαίας ταχύτητας που σημειώθηκαν από τον Arie Luyendyk το 1996 είναι κάποια από τα λίγα παραδείγματα που μπορούν να δώσουν αφορμή σε κάποιους, ώστε να αναζητήσουν και να βιώσουν το δέος και την άγρια ομορφιά αυτού του μοναδικού αγωνιστικού event.

Πέραν των πολύπλοκων καινοτομιών μηχανολογικής φύσεως, ο αγώνας των 500 μιλίων έφερε στο φως και εφευρέσεις που μεταφέρθηκαν στα συμβατικά επιβατικά αυτοκίνητα. Η αρχή έγινε το 1911 με τον καθρέπτη στο αυτοκίνητο του Ray Harroun που αναφέραμε πιο πάνω. Μεταξύ των εφευρέσεων περιλαμβάνονται οι ζώνες ασφαλείας·συναντήθηκαν για πρώτη φορά στον αγώνα του 1922 στο αυτοκίνητο του Barney Oldfield και εξελίχθηκαν σταδιακά από άλλες εταιρείες όπως η Volvo, η Mercedes-Benz και η Ford. Υπήρξαν κι άλλες καινοτομίες που σχετίζονται με τα ελαστικά, τα συστήματα φρένων και τους κινητήρες diesel  υψηλών προδιαγραφών.

Ο αγώνας των 500 μιλίων της Indianapolis αποτελεί, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, το ένα από τα τρία σκέλη που συγκροτούν το στέμμα του μηχανοκίνητου αθλητισμού, μαζί με το Grand Prix του Μονακό για τη Formula 1 και τις 24 ώρες του Le Mans για τους αγώνες αντοχής. Η παρακαταθήκη που έχει αφήσει στον κόσμο της αυτοκίνησης, οι στιγμές χαράς/λύπης που έδωσε σε οδηγούς και αγωνιστικά πληρώματα και η πολύ υψηλή προσέλευση θεατών κάθε χρόνο μπορούν να επιβεβαιώσουν με εμφατικό τρόπο την ανεκτίμητη αξία που έχει πλέον ο αγώνας αυτός για τον μαγικό κόσμο του motorsports.

Νεκτάριος Αποστολόπουλος